ἐπιζητήσῃ

ἐπιζητήσῃ
ἐπιζητήσηι , ἐπιζήτησις
seeking
fem dat sg (epic)
ἐπιζητέω
seek after
aor subj mid 2nd sg
ἐπιζητέω
seek after
aor subj act 3rd sg
ἐπιζητέω
seek after
fut ind mid 2nd sg
ἐπιζητέω
seek after
aor subj mid 2nd sg
ἐπιζητέω
seek after
aor subj act 3rd sg
ἐπιζητέω
seek after
fut ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • επιζήτηση — η (AM ἐπιζήτησις) [επιζητώ] 1. αναζήτηση, έρευνα 2. επιδίωξη αρχ. επιθυμία για κάτι …   Dictionary of Greek

  • επιζήτηση — η 1. επίμονη ζήτηση (έρευνα), αναζήτηση. 2. επιδίωξη, προσπάθεια, κυνήγημα, κυνηγητό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιζητήσηι — ἐπιζήτησις seeking fem dat sg (epic) ἐπιζητήσῃ , ἐπιζητέω seek after aor subj mid 2nd sg ἐπιζητήσῃ , ἐπιζητέω seek after aor subj act 3rd sg ἐπιζητήσῃ , ἐπιζητέω seek after fut ind mid 2nd sg ἐπιζητήσῃ , ἐπιζητέω seek after aor subj mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επαινοθηρία — η επιζήτηση επαίνων …   Dictionary of Greek

  • ερωτισμός — ο υπερβολική επιθυμία για ικανοποίηση τού γενετήσιου ενστίκτου και επιζήτηση αισθησιασμού. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα ελλ. ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. erotism). Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στον Α. Γ. Μαυρουκάκη στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • μέθοδος — η (ΑM μέθοδος) συστηματικός και προγραμματισμένος τρόπος πορείας για την επίλυση προβλημάτων θεωρίας και πρακτικής η οποία οδηγεί από προσδιορισμένες προϋποθέσεις στην πραγματοποίηση ενός σκοπού νεοελλ. 1. (φιλοσ.) σύστημα κανόνων ή αρχών έρευνας …   Dictionary of Greek

  • προσευχή — Λόγια που απευθύνονται τελετουργικά σε υπερανθρώπινα όντα (θεότητες, πνεύματα, φετίχ, προγόνους κλπ.), είτε σε αυθόρμητη μορφή είτε επαναλαμβανόμενα κατά ένα σταθερό τύπο. Δεν είναι βέβαιο αν προηγήθηκε η αυθόρμητη ή η τυποποιημένη π. Από καθαρά… …   Dictionary of Greek

  • λογιστική — Οικονομικό διοικητική επιστήμη, σχετική με την τήρηση των λογαριασμών, δηλαδή την εκτίμηση και την καταχώριση σε νομισματικές μονάδες της κίνησης αξιών, η οποία απορρέει από την οικονομική δραστηριότητα, την ταξινόμηση της κίνησης αυτής και την… …   Dictionary of Greek

  • επιδίωξη — η επιζήτηση, επίμονη ζήτηση, διεκδίκηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”